Αποβολή- λίγα ψυχρά μαθηματικά…

Αποβολή- λίγα ψυχρά μαθηματικά…

 

 

To σοκ και το πένθος μίας αποβολής δε σηκώνουν πολύ συζήτηση ούτε περιγράφονται εύκολα στο blog μιας ιστοσελίδας. Ακολουθούν τα βασικά ιατρικά δεδομένα, με ψυχρά μαθηματικά, που καθησυχάζουν όμως και παρηγορούν, καθώς τονίζουν ότι η αποβολή είναι συχνό πρόβλημα, με μικρή όμως πιθανότητα να επαναληφθεί στο μέλλον.

 

Το 15-20% των κυήσεων που έχουν διαγνωσθεί κλινικά (έχει δηλαδή φανεί ενδομήτριος σάκος στον υπέρηχο) θα αποβληθούν στη συνέχεια.

Η πιθανότητα είναι ακόμα μεγαλύτερη, μέχρι και 60%, όταν μιλάμε για κύηση που μόλις διαγνώσθηκε πρώιμα με θετικό τεστ εγκυμοσύνης.

Το ιστορικό κυήσεων παίζει ρόλο. Μία γυναίκα που έχει ήδη μία ολοκληρωμένη κύηση στο ιστορικό της, έχει κίνδυνο αποβολής μόλις 5% στην επόμενη κύηση.

Με ιστορικό μίας αποβολής, ο κίνδυνος για την επόμενη κύηση είναι 17-19%.

Με ιστορικό δύο αποβολών, ο κίνδυνος για την επόμενη κύηση είναι 18-35%.

Με ιστορικό τριών  αποβολών, ο κίνδυνος για την επόμενη κύηση είναι 25-45%. Βλέπουμε λοιπόν ότι και σε αυτό το δυσάρεστο σενάριο, η γυναίκα έχει εξ’ορισμού 55-75% πιθανότητα να πάνε όλα καλά στην επόμενη σύλληψη, χωρίς καμία ιατρική παρέμβαση.

Η ηλικία παίζει επίσης ρόλο. Ο κίνδυνος αποβολής σε γυναίκες άνω των 40 ετών υπολογίζεται μέχρι και 40%.

Έχει αποδειχθεί ότι για κάθε 100 περιπτώσεις αποβολών πρώτου τριμήνου, στις 40 με 60 ευθύνεται πρόβλημα στα χρωμοσώματα του εμβρύου, όπως το σύνδρομο Down. Στις μισές λοιπόν τουλάχιστον περιπτώσεις υπάρχει πρόβλημα στο έμβρυο και η Φύση απορρίπτει εγκαίρως τα κακώς έχοντα, είναι τελικά λοιπόν τύχη μέσα στην ατυχία μας.

Επίσης έχει αποδειχθεί ότι για κάθε 100 περιπτώσεις αποβολών δευτέρου τριμήνου, στις 20 ευθύνεται πρόβλημα στα χρωμοσώματα του εμβρύου.

Μερικές φορές μπορεί τα χρωμοσώματα κάποιου από τους γονείς να έχουν μία «σιωπηλή» ανωμαλία, η οποία και να εκδηλώνεται στο κύημα. Σε ζευγάρια με τουλάχιστον δύο αποβολές υπάρχει 10% πιθανότητα να συμβαίνει κάτι τέτοιο.

Εκτός από τις χρωμοσωμικές ανωμαλίες, ενοχοποιούνται διαταραχές στην πηκτικότητα του αίματος της εγκύου (αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα, θρομβοφιλίες) σε ένα ποσοστό 10-15%. Για τις περιπτώσεις αυτές έχει αξία η διερεύνηση, καθώς μπορεί να δοθεί ενέσιμη αγωγή στην επόμενη κύηση και να μειώσει αισθητά τον αυξημένο κίνδυνο νέας αποβολής.

line
footer
Powered by WordPress | Designed by Elegant Themes